Ζει ο Θεος !

Ζει ο Θεος !

Παρασκευή, Ιουλίου 07, 2017

Το εγωιστικό γονίδιο και η πνευματική ζωή


Δημήτρης Γ. Ιωάννου

Πηγή: Αντίφωνο
Αναδημοσίευση από: http://antifono.gr


Είναι αλήθεια ότι η επιστήμη της βιολογίας παρέχει συχνά αρκετές προκλήσεις στην ορθόδοξη θεολογία, πράγμα που μεταξύ άλλων ισχύει και για τον ισχυρισμό μερικών (γενετιστών αλλά και μη), ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά καθορίζεται πλήρως από το γονιδιακό υπόστρωμα του κάθε ατόμου – η ανακάλυψη του γενετικού κώδικα και η βαθμιαία αποκρυπτογράφηση του γονιδιώματος θεωρήθηκε μέγιστο επιστημονικό επίτευγμα του 20ου αιώνα. Είναι όμως όντως έτσι; Καθορίζουν πράγματι τα γονίδια τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε και ενεργούμε, όπως διατείνονται κάποιοι βιολόγοι, πολέμιοι ενίοτε της χριστιανικής, αλλά και ανθρωπιστικής παράδοσης περί ελευθερίας και αυτοκαθορισμού του ανθρώπου; Τι έχει να πει σήμερα η ορθόδοξη θεολογία για αυτό το ζήτημα;



Θα ξεκινήσουμε λέγοντας ότι, κατά μερικούς σπουδαίους θεολόγους, πράγματι, τα γονίδια δημιουργούν στον άνθρωπο την τάση να συμπεριφέρεται έτσι ή αλλιώς. Δεν υπάρχει κανείς λόγος να το αρνηθούμε αυτό. Και ως γνωστόν, τα γονίδια δεν αλλάζουν. «Ότι είναι, είναι. Άμα έχεις γονίδια εγωιστικά, θα είσαι εγωιστής. Αν έχεις γονίδια που σε κάνουν να έχεις την τάση να θυμώνεις, θα θυμώνεις. Αν έχεις γονίδια που σε κάνουν να μελαγχολείς, να στενοχωριέσαι, να φαντάζεσαι, να υποθέτεις, να υποψιάζεσαι, εκεί θα καίγεσαι κ.ο.κ», λέγει κάπου ένας θεολόγος που ασχολήθηκε πολύ με αυτό το ζήτημα, ο π. Συμεών Κραγιόπουλος.

Τι σημαίνουν αυτά τα λόγια; Πολύ απλά, όπως μας λένε οι επιστήμονες, τα διάφορα γονίδια, συνδυαζόμενα μεταξύ τους, δημιουργούν εν τέλει αυτό που ονομάζουμε, εν πολλοίς, «χαρακτήρα», οπότε τελικά έχουμε να κάνουμε με μια «χαρακτηρολογική τυπολογία», γνωστή βέβαια από πολύ παλιά. Ο μελαγχολικός έχει την τάση διαρκώς να μελαγχολεί, ο οξύθυμος να θυμώνει, ο πολύ ενεργητικός ίσως εύκολα φτάνει στο σημείο να θέλει να γίνεται το επίκεντρο όλων, ενώ άλλος έχει προδιάθεση και για κάποια ψυχοπαθολογία (πχ μανία καταδιώξεως, και συναφής καχυποψία προς όλους, απομόνωση) κλπ. Όλα αυτά είναι γεγονός, και η επιστήμη τα μελετά, μολονότι η σχετική έρευνα βρίσκεται ακόμη πολύ πίσω.

Τι πρέπει λοιπόν να γίνει; «Θα αφεθούμε στα γονίδια;», ρωτά ο πατήρ. Ασφαλώς και όχι. Από δω και πέρα αρχίζει το έργο της ορθόδοξης θεολογίας. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να πιστέψει κάθε άνθρωπος ότι όλα τα «κακά», που του έστειλε ο Θεός, ακόμη και αυτές οι εσωτερικές καταστάσεις του οργανισμού, το βιολογικό του υπόστρωμα, αλλά και όλες οι δυσκολίες που οφείλονται στους «περιβαλλοντικούς παράγοντες», ακόμη όμως και οι ίδιες μας οι αμαρτίες, όλα μπορούν «να βγουν σε καλό». Και ιδού γιατί: μπορεί ο άνθρωπος να δεχτεί τον εαυτό του όπως είναι, να παραδεχτεί ότι όντως είναι εγωιστής, ότι όντως είναι θυμώδης κλπ, και έτσι να ταπεινωθεί. «Παραδέξου ότι είσαι θυμώδης, παραδέξου ότι θέλεις να γίνεται το δικό σου, παραδέξου το…», λέγει ο πατήρ.

Το σημείο αυτό είναι πολύ λεπτό, και απαιτεί κάποιες διασαφηνίσεις. Πρέπει λοιπόν να πούμε, και αυτό εννοεί εδώ ο π. Συμεών, ότι το ανθρώπινο σώμα, παρόλο που δημιουργεί προδιάθεση για το α ή β πάθος, για την α ή β μορφή ψυχοπαθολογίας κλπ, δεν επιδρά ποτέ άμεσα σε ό,τι λέμε ανθρώπινη ψύχη, καθώς υπάρχει ένα όργανο αυτής, ο λεγόμενος πατερικός «νους», που διατηρεί μια αυτονομία. Έχουμε πει πολλά για την ύπαρξη αυτού του οργάνου, και παραπέμπουμε τον αναγνώστη εκεί.1 Εδώ αρκεί μόνο να δώσουμε ένα παράδειγμα, υποβοηθούμενοι από το φιλοσοφικό ρεύμα που ονομάζεται «Φαινομενολογία», αλλά και το γενικότερο πνεύμα της Ψυχανάλυσης:

Ας υποθέσουμε ότι είμαστε σε ένα ακρογιάλι και θαυμάζουμε το ηλιοβασίλεμα. Ποτέ λοιπόν δεν συμβαίνει το α και το β και το γ γονίδιο, συνδυαζόμενα μεταξύ τους, να δημιουργούν κατευθείαν την σκέψη «εδώ υπάρχει ένα ηλιοβασίλεμα» και επίσης «πρέπει να το θαυμάσω» και τέλος «είναι μαγευτικό». Αυτό που συμβαίνει, όπως λέγει ο Χούσερλ, και εμβαθύνει κατ’ ουσίαν πολύ περισσότερο ο Χάιντεγκερ (ως ο φιλόσοφος που μιλά για το «είναι-μέσα-στον-κόσμο») είναι ότι υπάρχει η ανθρώπινη συνείδηση («mind»), η οποία στοχεύει ένα αντικείμενο, που εδώ λέγεται «ηλιοβασίλεμα». Η στόχευση αυτή είναι πια ψυχοδυναμική και όχι βιολογική κατηγορία, και έτσι, ως ψυχοδυναμική, διατηρεί κάποια αυτονομία. Μέρος της στόχευσης αυτής είναι και το γεγονός ότι θαυμάζω γενικά το ηλιοβασίλεμα, που έχει να κάνει με την γενικότερη φυσιολατρία μου, το γεγονός επίσης αν έμαθα ή όχι να εκτιμώ ό,τι λέγεται «σοφία» (του Θεού, ή έστω της «φύσης»), να μπορώ να θεώμαι το «ηλιοβασίλεμα» ως ολότητα αδιάσπαστη, αλλά συγχρόνως και αναλυόμενη σε επιμέρους τμήματα (ο ήλιος βυθίζεται στο νερό, ο ήλιος όχι μόνο ως φυσικό ουράνιο σώμα, αλλά και ως φορέας σημασίας σε λαογραφικό ή λογοτεχνικό πλαίσιο κλπ κλπ), και όλα αυτά εν τέλει να καταλήγουν -γιατί κατά τον Χάιντεγκερ καταλήγουν και δεν ξεκινούν- σε σκέψεις, σε διανοήματα, σε αισθητικές κατηγορίες κλπ. Θα μακρύνει πολύ η κουβέντα αν δώσουμε παραπέρα αποδεικτικά στοιχεία για το ότι ο πατερικός «νους» υπάρχει, και ότι τα γονίδια δεν δημιουργούν άμεσα «σκέψεις», αλλά αυτές διαμεσολαβούνται από την σφαίρα της «διάνοιας», του λόγου, που κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή έχει «φορά» (προς τον κόσμο, εξ ου και η λογικότητα του κόσμου).

Οι ψυχικές και πνευματικές («mental») πραγματικότητες, όπως οι σκέψεις και τα αισθήματα ή συναισθήματα, αποκτούν εν τέλει νόημα και εξηγούνται στην αμοιβαία τους συνοχή και άκρα συνεκτικότητα, μόνο αν δεχτούμε την ύπαρξη, επαναλαμβάνουμε, του «νου», που δεν είναι καθόλου μυστικιστική, αλλά ορθολογιστική κατηγορία - εφόσον είναι τελείως ορθολογικό να λέμε ότι έχουμε και «σώμα», και όχι «σύνολο υλικών μερών». Σταματώ την ανάλυση, λόγω έλλειψης χώρου, εδώ.

Με τον «νου», λοιπόν, καθώς μπορούμε να θεωρούμε και να έχουμε «άμεση θέα» του εαυτού μας, όπως πιστεύει, και πολύ σωστά, ο κατά Βιτγκενστάιν «κοινός νους», επισκοπούμε τις ίδιες μας τις σκέψεις, τα βιώματά μας, τον όλο «εαυτό» μας. Τελικά, αν θέλει, φτάνει να πει κανείς: «Βλέπω ότι έχω την τάση να είμαι εγωιστής, και τελικά έγινα. Την τάση να θυμώνω, και τελικά έγινα οργίλος. Την τάση να ενεργώ με έντονο αυθορμητισμό, και τελικά κατέληξα να γίνω ματαιόδοξος. Τα διαπιστώνω όλα αυτά». Και τελικά μπορώ να πω: «πράγματι, είμαι όλα αυτά. Τα γονίδια με πήγαν εκεί που ήθελαν. Το παραδέχομαι, Χριστέ μου, με ταπείνωση. Είμαι όλα αυτά».

Φτάνουμε τώρα στο εξής, άκρως σημαντικό, σημείο: όπως ακριβώς το σώμα μπορεί να στέλνει, διά των γονιδίων (και του όλου χαρακτήρα, που τελικά διαμορφώνεται από αυτά κλπ), «σήματα» στην ψυχή, στον «νου», όπως τον αναλύσαμε, στην διάνοια (έστω κι αν δεν είναι εύκολο για κάποιον να καταλάβει αμέσως την σπουδαιότητα της πατερικής θεολογίας για τον «νου», μπορεί εύκολα, αν μη τι άλλο, να αποδεχτεί το πιο απλό, ότι υπάρχει «σφαίρα της διάνοιας» στον άνθρωπο, ότι δηλαδή τα διάφορα διανοήματα, δεν είναι άτακτος σωρός ετερόκλιτων στοιχείων, στοιβαγμένων φύρδην μύγδην εντός μας, αλλά έχουμε να κάνουμε με κάποιο οργανικό «όλον», που μπορεί, υπό μια έννοια, να «αυτονομείται» από το «σωματικό», όπως ακριβώς και ένας οργανισμός με τον δυναμισμό του αυτονομείται έναντι του περιβάλλοντος), αλλά και η ψυχή στέλνει τα δικά της σήματα στο «σώμα». Θεωρούμε ανόητο να προσπαθήσουμε εδώ να αποδείξουμε ότι υπάρχει η «χαρά», η «λύπη», ο «θυμός», ο «φόβος», η «ελπίδα» κλπ (κάποιοι φιλόσοφοι αρνούνται ότι όλα αυτά υπάρχουν στ’ αλήθεια!), και ότι επίσης, πράγμα πασίγνωστο στην ψυχολογία και στην ιατρική, τα αισθήματα, ας πούμε το άγχος, επηρεάζουν το σώμα μας, την σωματική μας υγεία. Παρομοίως λοιπόν υπάρχει στ’ αλήθεια -και ποιος θα το αρνηθεί αυτό;- ό,τι ονομάζεται «ταπείνωση», ό,τι ονομάζεται «αγάπη» κλπ.

Οι φιλόσοφοι, είναι αλήθεια, ερίζουν τα μέγιστα μεταξύ τους, αλλά σχεδόν όλοι θεωρούν ακόμη την εμφάνιση της «συνείδησης» στον άνθρωπο ανεξήγητο θαύμα. Προσπαθούν βέβαια να ψελλίσουν σχετικά κάποιες θεωρίες για να την εξηγήσουν, μερικές των οποίων ηχούν μάλιστα άκρως παράδοξες και μεταφυσικές, αν και διατυπούμενες από αναλυτικούς φιλοσόφους! Το σημαντικό εδώ είναι να πω ότι, αν πάρουμε τουλάχιστον ως δεδομένο ότι ό,τι ονομάζεται «ταπείνωση» υπάρχει πραγματικά, η φράση του πατρός Συμεών «δέξου με ταπείνωση τον εαυτό σου όπως είναι, μην τον δικαιώνεις», έχει τρομακτικό νόημα για την πορεία της πνευματικής ζωής.

Τι σημαίνει να «ταπεινωθεί» όμως κανείς; Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας έχει γράψει πολλά για να πει ότι η ταπείνωση δεν έχει ορισμό, αποτελεί ένα άφατο μυστήριο, αλλά εδώ θεωρώ δεδομένο ότι μέσες άκρες όλοι ξέρουμε τι θα πει «ταπείνωση», εφόσον τουλάχιστον, υποθέτω, θα μας έτυχε να συναντήσουμε κάποτε κάποιον άνθρωπο στην ζωή μας, για τον οποίο θα είπαμε: «τι υπέροχος άνθρωπο! Αληθινά ταπεινός!» Η ταπείνωση, λοιπόν, αυτό τα άφατο μυστήριο, εφόσον και η ψυχή μπορεί να στέλνει τα δικά της σήματα στο σώμα, βοηθά τον άνθρωπο να κρατά έναντι όλων αυτών των σωματικών «σημάτων» μια απόσταση. Μόλις έρχεται σε κάποιον να θυμώσει, ο νους του, με την αυτονομία και αυτοτέλεια που τον χαρακτηρίζει, μπορεί να ταπεινωθεί και να σκεφτεί: «τι αχρείος είμαι, Θεέ μου», και να το πιστέψει αληθινά. Το σώμα αρχίζει και αυτό να «ακούει» την ψυχή, όπως η ψυχή μπορεί να ακούει το σώμα. Ίσως ο οργίλος θυμώσει ξανά και πάλι ξανά και πάλι ξανά, μολονότι βέβαια κάποιος έλεγχος επί του χαρακτήρα είναι δυνατός ακόμη και σε καθαρά ανθρώπινο επίπεδο, ενώ φαίνεται ότι τον πετυχαίνουν ακόμη και άνθρωποι που δεν αποζητούν κατά κύριο λόγο την θεία χάρη- το ζητούμενο όμως για μας δεν είναι να «βελτιώσουμε» απλά τον χαρακτήρα μας, πράγμα για έναν ορθόδοξο ρηχό και στερούμενο βαθύτερου νοήματος. Ίσως πράγματι, ακόμη και με κάποιες, όπως λέγονται, συμπεριφοριστικές-γνωστικές τεχνικές κλπ, που χρησιμοποιούν κατά κόρον οι σύγχρονοι ψυχολόγοι, ο έλεγχος του χαρακτήρα μπορεί να αποδώσει καρπούς.

Πριν προχωρήσουμε, και πούμε οτιδήποτε άλλο, για να δείξουμε επιπρόσθετα την αυτοτέλεια του ανθρώπινου νου, μαζί και της ψυχής, έναντι του σωματικού στοιχείου, ας δώσουμε το εξής ακόμη παράδειγμα: ό,τι γονίδια και να έχεις, εγωιστικά ή «ήρεμα», θυμώδη ή πράα, μελαγχολικά ή αισιόδοξα κλπ, σε όλους ανεξαιρέτως τους χαρακτήρες, τις προδιαθέσεις, τις τάσεις και τις κλίσεις, είναι απολύτως βέβαιο -εκτός αν έχει υποστεί κανείς εγκεφαλική βλάβη- ότι θα υπάρχει μέσα σου η τάση, πχ, να μεταβάλλεις τον εαυτό σου σε είδωλο. Από αυτό- γιατί αφορά βαθύτερα την ψυχή, το εσώτερο στρώμα- δεν απαλλάσσεται μήτε ο οξύθυμος, που ευκαιρία ψάχνει να δικαιώσει τον εαυτό του, μήτε και ο πράος, που παρά την γαληνή και την ηρεμία, μπορεί εύκολα να σκεφτεί «δεν είμαι όπως όλοι οι άλλοι, οι αμαρτωλοί». Βαθύτερα, δηλαδή, τα πάντα, γονιδιώματα και κληρονομικότητες, εκβάλλουν στο ουσιωδέστερο στρώμα της ψυχής, αυτό που σχετίζεται με τούτη την «ηθική», αλλά και οντολογική μαζί πραγματικότητα: επιθυμία να κρατήσουμε τον παλαιό εαυτό μας ή να πάμε κόντρα στην φιλαυτία μας και να γίνουμε «καινοί» άνθρωποι».

Η ταπείνωση ημερεύει τον άνθρωπο. Μπορεί να έχεις τα γονίδια να θυμώνεις, αλλά όταν έρθει μέσα σου η χαρά -γιατί, εφόσον υπάρχει αυτή η αυτονομία τη ψυχής έναντι του σώματος και το παράλληλο γεγονός ότι ο «νους», η «συνείδηση» λειτουργεί ως «σφαίρα ύπαρξης», ο θυμώδης χαρακτήρας δεν αποκλείει καθόλου την δυνατότητα να νιώθει και χαρά- ηρεμείς, αγαλλιάζεις, ευτυχείς. Έτσι λοιπόν, όταν γεννηθεί μέσα σου η ταπείνωση, αυτό το ουράνιο πράγμα, θα αγαλλιάσεις με ένα αίσθημα πρωτόγνωρο, με μια «ηρεμία» που ξεπερνά την ηρεμία της απλής «ευχαρίστησης», με μια πραότητα που έχει κάτι το ξεχωριστά δικό της, το «ίδιον». Όπως άλλο είναι ο φόβος, άλλο η αγωνία και άλλο το άγχος, και ούτε επιτρέπεται να συγχέουμε αυτά τα πράγματα, έτσι άλλο είναι μια συνηθισμένη ηρεμία, και άλλο η πραότητα που χαρίζει η ταπείνωση, η γλυκύτητα που μεταδίδεται τότε και στο σώμα. Η ταπείνωση λοιπόν, πολύ περισσότερο από την χαρά, ηρεμεί το «εγωιστικό γονίδιο», έστω και μόνο σε ανθρώπινο επίπεδο- γι’ αυτό το θέμα θα πούμε κάποια πράγματα περισσότερο παρακάτω. Η ψυχή, λέγει ο π. Συμεών, «γλυκαίνει» όταν ταπεινώνεται κανείς.

******************

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρουμε ένα βασικό αξίωμα, που υπολανθάνει στην σκέψη του π. Συμεών: η πνευματική, κατά Θεόν ζωή είναι αληθινό πέλαγος μυστηρίου, περιβάλλει στην απειρία της τον άνθρωπο, που μπορεί να την δεχτεί κατά κάποιο τρόπο μόνο μεμερισμένα –τουλάχιστον σε αυτή την ζωή. Αδυνατεί κανείς να δεχτεί το πλήρωμα του θείου «είναι», τουλάχιστον σε αυτόν τον γήινο κόσμο. Έτσι, από το πέλαγος αυτό που λέγεται «κατά Χριστόν ζωή», ακόμη και οι Άγιοι καλλιεργούν, διακρίνονται και ξεχωρίζουν, λόγω της όλης προσωπικότητάς τους, κυρίως στην α ή την β αρετή, αγιάζουν μάλλον από την α ή την β αρετή (μολονότι εν τέλει υψοποιός και περιεκτική όλων είναι η ταπείνωση). Παράδειγμα: ο άγιος Αθανάσιος είχε ψυχή που τρεφόταν από την αντιπαράθεση -όπως γράφει κάπου ο π. Φλορόφσκι-, και η φροντίδα του να υπερασπιστεί την Ορθοδοξία, χωρίς απολύτως κανέναν συμβιβασμό, τον έκανε ήρωα, παράδειγμα αιώνιο ακατάβλητης ανδρείας. Ο Άγιος Γρηγόριο Θεολόγος είχε όμως ψυχή που τρεφόταν από την μόνωση, τον κούραζε αφάνταστα η έριδα, και «ένηφε» διαρκώς, δεχόμενος τις αποκαλύψεις του αγίου Πνεύματος, που κατόπιν εξαχτίνωνε, σε κηρύγματα και υψηλή δογματική θεολογία. Άλλον χαρακτήρα είχε ο Μέγας Βασίλειος, και άλλον ο ιερός Χρυσόστομος κλπ. Όλοι τους όμως είναι οι κορυφαίοι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Δεν είπε τα ίδια πράγματα το Άγιο Πνεύμα στον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και τον Άγιο Αρσένιο Πάρου, λέγει κάποιος σύγχρονος Γέροντας. Και, όμως, μίλησε και στους δύο το αυτό Άγιο Πνεύμα.

Κατά συνέπεια, για να επιστέψουμε στον π. Συμεών, θα εκμεταλλευτείς ό,τι τάση και χαρακτήρα και να έχεις μέσα σου. «Αν κυριαρχεί μέσα σου η τάση για μελαγχολία, φτάνεις εύκολα στην μετάνοια, αν έχεις τάση μειονεκτικότητας, έχεις έτοιμη ταπείνωση», γράφει κάπου ο πατήρ, καθώς μπορεί να στρέψεις αυτήν την τάση στην κατεύθυνση που πρέπει, και θα έχεις όφελος. «Άλλος προσπαθεί χρόνια και χρόνια να αποκτήσει μια τέτοιαν ταπείνωση, και δεν τα καταφέρνει, και εσύ την έχεις μπροστά σου ολόκληρη!», παρατηρεί κάπου αλλού. Με άλλα λόγια, η πνευματική ζωή είναι τόσο άπειρη στις εκδηλώσεις και στην βαθύτητά της, που σίγουρα, όποιον χαρακτήρα και να έχεις, μπορείς να τον εναρμονίσεις με τις ουσιωδέστερες απαιτήσεις της χριστιανικής ζωής. Αν είσαι θυμώδης, στρέψε τον θυμό όχι ενάντια στον αδελφό σου, αλλά στα πάθη σου, αν είσαι πράος, καλλιέργησε ίσως την προσεχή κλπ κλπ.

Η πνευματική ζωή είναι στην βαθύτερη ποιότητά της πάντα ένα σκαλί «παραπάνω» από αυτές τις γονιδιακές «ενορμήσεις» του σώματος, και γι’ αυτό -όπως το σώμα αξιοποιεί παντοιοτρόπως το γήινο περιβάλλον, ακόμη και το φαινομενικά «άχρηστο»-, έτσι, κατά μια αναλογία, η αρετή μπορεί να τρέφεται από την όποια αντιξοότητα. Ακόμη και αν έχει κανείς το «εγωιστικό γονίδιο», αυτό που γεννά στην ψυχή τάση για υπέρμετρη προβολή κλπ, αγωνιζόμενος κανείς να ταπεινώνεται, ωφελείται. Έχει νόημα να πούμε ότι, όπως υπάρχει ρεαλιστικά το αίσθημα της χαράς και της λύπης και του φόβου κλπ, και παραπέρα έχει επίσης νόημα να ισχυριστούμε ότι ο άνθρωπος μπορεί πράγματι να «αγωνίζεται» και να προχωρεί με «γενναιότητα» και να μην υπολογίζει μήτε τον εαυτό του και να θυσιάζεται και για τον άλλο- εφόσον έχουν νόημα όλα αυτά, άρα έχει νόημα και ό,τι ονομάζεται «αγώνας να εναντιωθώ στην α ή την β τάση του εαυτού μου».

Σε καμία περίπτωση ωστόσο αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι να βελτιώσουμε, όπως είπαμε, τον χαρακτήρα μας, αλλά να γίνουμε «άνθρωποι του Θεού». Κατά συνέπεια, ο μέγας πειρασμός είναι να προσπαθήσουμε να καρπωθούμε το αποτέλεσμα αυτού του αγώνα, και να θελήσουμε να δικαιώσουμε τον εαυτό μας για τις όποιες «αρετές» μας. «Εγώ το πέτυχα αυτό». «Αχρείοι δούλοι εσμέν», πρέπει να σκεπτόμαστε, σύμφωνα με την Αγία Γραφή. Η τάση να εξιδανικεύουμε τον εαυτό μας, να σχηματίζουμε ακόμη μια αγγελική εικόνα για το «εγώ» μας, είναι μεγάλη. Μόνο λοιπόν όταν απελπιστεί κανείς από τον εαυτό του, πράγμα για το οποίο έχουμε μιλήσει αλλού, μόνο όταν πεθάνει μέσα μας ο «παλαιός άνθρωπος», και όχι όταν απλά «νικήσουμε» κάποιο ελάττωμα, τότε στ’ αλήθεια προχωρήσαμε πνευματικά. Το ζήτημα δεν είναι να πετύχουμε αρετές, αλλά να ταπεινωθούμε. Και για να πούμε την αλήθεια, η αληθινή ταπείνωση- όπως και η αληθινή χαρά- είναι δώρο του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο. Ο Θεός βέβαια θέλει να δει την ανθρώπινη συνέργεια, δηλαδή την ανθρώπινη προσπάθεια για εξουθένωση του «εγώ», που θα μείνει ανθρωπίνως για πάντα προσπάθεια, και θα γίνει κατόρθωμα μόνο όταν έρθει επιτέλους το Άγιο Πνεύμα να ενοικήσει στην καρδιά.

Είπαμε παραπάνω ότι η ανθρώπινη ψυχή διατηρεί μια αυτονομία έναντι του σώματος. Παράδειγμα που εδώ έχει τελείως ιδιαίτερη σημασία: ανεξάρτητα από το γονιδίωμα, έχουμε όλοι μας την ρεαλιστική δυνατότητα να επικοινωνούμε αληθινά με τον άλλον άνθρωπο, που θα πει όχι να αντλούμε γι’ αυτόν κάποιες δευτερεύουσες πληροφορίες, αλλά να δεξιωνόμαστε την «ετερότητα» του άλλου. Ακόμη και σωματικά φαινόμενα, πχ η όραση, διατηρούν μια αυτοτέλεια έναντι του ίδιου του γονιδιώματος: άσχετα αν έχω οργίλα ή πράα γονίδια, η όραση διατηρεί μια αυταξία ως τρόπος «αδράγματος» του κόσμου αλλά και ως ψυχοδυναμική κατηγορία καθεαυτήν. Πόσο μάλλον αυτό συμβαίνει με καθαρά ψυχικά-πνευματικά φαινόμενα, όπως είναι η θέα του «άλλου» ως άλλου. Δεν έχει νόημα εδώ η προσπάθεια να αντιπαρατεθούμε με εκείνους που υποστηρίζουν ότι ποτέ δεν «κοινωνούμε» αλήθεια με τον «άλλον» αλλά μόνο αντλούμε από αυτόν «αισθητήρια ερεθίσματα». Και πάλι η υπεράσπιση του κοινού νου από τον Βιτγκενστάιν ξεκαθαρίζει τα πράγματα: «θεώμαι τον ‘‘άλλον’’ και όχι ‘‘θεώμαι κάτι περί του άλλου’’».

Πολύ περισσότερο λοιπόν η ανθρώπινη ψυχή έχει την δυνατότητα, πλασμένη «κατ’ εικόνα» Θεού, να ορά τον ίδιο τον Δημιουργό της, να προσεύχεται σε Αυτόν, ανεξάρτητα από το τι γονίδια κληρονόμησε (δεν μιλάμε εδώ για περιπτώσεις νοητικής βλάβης). Προσευχόμενοι στον Θεό, λέγει ο π. Συμεών, πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι «αχρείοι δούλοι εσμέν», όχι όμως με κακομοίρικο πνεύμα, αλλά με γνησία ταπείνωση. Τελικά, ο π. Συμεών δίνει το εξής έξοχο παράδειγμα: τα γονίδια δεν αλλάζουν, όπως δεν άλλαξε και ο τάφος του Χριστού μετά την Ανάσταση. Συνέχισε να είναι ο ίδιος τάφος, μόνο που πια από εκεί πήγασε η ζωή. «Ζωοδόχος Τάφος». Έτσι λοιπόν ο Χριστός μπορεί να εισέλθει στα βάθη του είναι του καθενός μας, στον Άδη δηλαδή των «εγωιστικών γονιδίων» και να κάνει και απ’ εκεί να ξεπηδήσει η αναστάσιμη ζωή. Δεν πρέπει να φοβόμαστε τα γονίδια, όπως ο Χριστός δεν φοβήθηκε να κατεβεί στον Άδη. Ακόμη και με το εγωιστικό γονίδιο, μπορούμε να είμαστε υιοί φωτός: «ουκέτι υμάς λέγω δούλους, ότι ο δούλος ουκ οίδε τι ποιεί αυτού ο κύριος∙ υμάς δε είρηκα φίλους, ότι πάντα α ήκουσα παρά του πατρός μου εγνώρισα υμίν», λέγει ο Κύριός μας στο ιερό Ευαγγέλιο.



Σημείωση

1. Για τον «νου» γίνεται λόγος και στο άρθρο: «Ο πατήρ Συμεών Κραγιόπουλος και η ψυχική ασθένεια», δημοσιευμένο στο Αντίφωνο, αλλά και σε σχετική εργασία για την θεολογία του αγίου Μαξίμου, δημοσιευμένη στο ιστολόγιο «Πεμπτουσία».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου