Παρασκευή, Νοεμβρίου 21, 2014

Γνωριμία και ενότητα τών μελών τής ενορίας

09.-Παναγιά-η-Καβουράδαινα-στη-Λέρο

Η Ενορία
Γνωριμία και ενότητα τών μελών τής ενορίας
Πρεσβυτέρου Σταύρου Κοφινά

Πηγή: "Ενορία: Προς μια νέα ανακάλυψή της" Εκδόσεις "Ακρίτας". Β΄ Έκδοση Αθήνα 1993. Ενότητα: "Ενορία: Εντάσεις και επιλογές".
Απόσπασμα από την ενότητα τού βιβλίου με θέμα: "Ενορία: Εντάσεις και επιλογές".
 
 

 
Αφιέρωση στην Εκκλησία
Η πραγμάτωση τη; Εκκλησίας όμως δεν στηρίζεται στην επιτυχία της σαν μια κοινωνική οργάνωση προνοίας ή μια κοινωνική λέσχη. Είναι μια συγκεκριμένη συγκέντρωση πιστών που εισέρχονται στη χάρη του Θεού και που συνειδητά προσπαθούν να ενωθούν με Αυτόν και μεταξύ τους. Η είσοδος στη χάρη του Θεού και η ενότητα απαιτεί μια προσωπική υπόσχεση και μια προδιάθεση για καθολικότητα.
Η σύνταξη μας στον Χριστό και στην Εκκλησία που διακηρύσσουμε με το Βάπτισμα δεν είναι απλώς μια ομολογία του δόγματος και της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Είναι μια προσωπική συνθήκη, όπως το ονομάζει ο Χρυσόστομος (Κατήχησις Β: 17) στο πρόσωπο Του, στο σώμα Του. Συνάπτοντας αυτή τη συνθήκη, αναγνωρίζοντας το πρόσωπό Του, συγχρόνως ομολογούμε την ενότητά Του, την καθολικότητά Του και την προσωπική μας θέληση να αποδεχθούμε αυτούς που είναι δικοί Του.
Η υπόσχεση αυτή δεν αυτοπεριορίζεται σε μια εικονική άρνηση του σπιτιού, της οικογένειας, της περιουσίας, όπως και καθολικότητα δεν σημαίνει μια απλή συνάθροιση διαφορετικών φύλων, φυλών και κοινωνικών ομάδων. Είναι η άρνηση του εγωκεντρισμού μας ώστε να μπορούμε να περιβάλουμε όλο το φάσμα της ανθρώπινης ύπαρξης, όλα τα χαρίσματα και συναισθήματα που ο καθένας έχει ξεχωριστά. Είναι μια κοινή αποδοχή, μια κοινή μέριμνα (Α' Θεσ. 5. 11-16). Η λύπη είναι αποδεκτή εξίσου με τη χαρά, τα δάκρυα με την ευφροσύνη. Ο φόβος με την πίστη, οι υφιστάμενοι με τους υπεύθυνους, οι αμαρτωλοί με τους δικαίους. Ο μόνος που αποκλείεται είναι αυτός ο οποίος όχι μόνον δεν μπορεί να αποδεχθεί και να ενωθεί με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, αλλά και που δεν μπορεί να συνάψει κοινωνία με τα μέλη του σώματός Του. Γι' αυτό το λόγο στην Προηγιασμένη Λειτουργία του αγίου Ιακώβου ο διάκονος απολύει τους Κατηχούμενους λέγοντας: "Μη τις τών κατηχουμένων· μη τις τών αμυήτων· μη τις τών μη δυναμένων ημίν συνδεθήναι". Κατόπιν δίδει τη σημαντική εντολή: "Αλλήλους επιγνώτε αλλήλους γνωρίσατε".
Η δυσκολία που έχουμε να αποδεχθούμε και να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλο ώστε να συνυπάρξουμε μέσα στην κοινότητα της Εκκλησίας, είναι ο λόγος για τον οποίο αυτή η υπόσχεση, αυτή η συνθήκη είναι τόσο σημαντική. Η κοινότητα, όπως και ο γάμος, απαιτεί να παραμείνουμε σ' αυτή όταν εμφανισθούν δυσκολίες, όταν θέλουμε να αποκλείσουμε άλλους όπως και τους εαυτούς μας. Αυτή η υπόσχεση είναι που αντισταθμίζει τους ατομικούς και εγωιστικούς φόβους και επιθυμίες. Αυτή η υπόσχεση είναι που μάς βοηθάει να υπερνικήσουμε την αποξένωσή μας. Να συμφιλιωθούμε, να συγχωρήσουμε και να έλθουμε σε κοινωνία.
Μια από τις μεγαλύτερες δυσκολίες του σύγχρονου ανθρώπου είναι να πραγματώσει αυτήν την υπόσχεση, να έλθει σε κοινωνία. Μοιάζουμε με αυτούς που ήταν καλεσμένοι στο μεγάλο δείπνο, αλλά που δεν μπόρεσαν να συμμετάσχουν εξ αίτιας των ατομικών τους υποχρεώσεων (Λουκάς 14. 15-24). Στην πραγματικότητα, αυτό που έχουμε κάνει είναι ότι έχουμε επωνομάσει τις ατομικές μας επιθυμίες και επιδιώξεις ατομικές υποχρεώσεις σε μια προσπάθεια για να αυτοδικαιωθούμε. Όλη αυτή η κατάσταση αντανακλάται στη σημερινή ενοριακή ζωή.
Πρώτον, αυτό διαπιστώνεται με την απώλεια της ενοριακής ταυτότητας σαν μιας συγκεκριμένης κοινότητας ανθρώπων που προσπαθούν να αναπτύξουν αγάπη και κατανόηση μεταξύ τους. Το επίπεδο της έλλειψης εμπιστοσύνης και της υποψίας είναι τόσο υψηλό που οι άνθρωποι φοβούνται να εκφράσουν και να μοιρασθούν βασικές ανάγκες και δυσκολίες. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα στην επαρχία όπου οι άνθρωποι δεν είναι ανώνυμοι και που η κοινωνική πίεση για τη συμμόρφωσή τους με ένα συγκεκριμένο status quo είναι μεγάλη. Πολλές φορές ξεχνάμε ότι η υπόσχεση μας ως Χριστιανών δεν είναι σε ένα συγκεκριμένο status quo, αλλά στον Χριστό και σ' αυτούς που αποτελούν το σώμα Του.
Δεύτερο, μπορεί επίσης να διαπιστωθεί με τον τρόπο που οι άνθρωποι προθυμοποιούνται να αποδεχθούν υπευθυνότητα στη φροντίδα της ενορίας. Είμαστε πρόθυμοι να δώσουμε χρήματα για ένα σκοπό, αλλά είναι δύσκολο να βρούμε χρόνο να διακονήσουμε με συγκεκριμένους τρόπους. (Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα με την περίπτωση που ονομάζουμε φιλανθρωπία).
Τρίτον, αυτό συμβαίνει και σε σχέση με την ποιμαντική μας υπευθυνότητα. Η καταφατική απάντηση του Πέτρου στην τριπλή ερώτηση του Κυρίου "φιλείς με;" ήταν ταυτόχρονα και μια υπόσχεση σ' Αυτόν. Όμως ο Χριστός αμέσως κατεύθυνε την υπόσχεση του Πέτρου σε μια συγκεκριμένη υπευθυνότητα. "Ποίμαινε τα πρόβατά μου" (Ιωάννης 21. 17). Πόσο συνεπείς είμαστε σ' αυτή την εντολή; Πόσοι από μας θεωρούμε τους ενορίτες ως μια προέκταση της ατομικής μας οικογένειας; Πόσο προσιτοί είμαστε σε προσωπικό επίπεδο σε αυτούς που θέλουν να μάς πλησιάσουν και σ' αυτούς που δε μπορούν; Πόσο συχνά απορρίπτουμε άλλους από την ενορία εξ αίτιας τής απροθυμίας μας να καταλάβουμε και να αποδεχθούμε τις αδυναμίες τους ή μη αναγνωρίζοντας τα προσωπικά τους χαρίσματα;
Αν δεν είμαστε συνεπείς στην ποιμαντική μας υπόσχεση, αν δεν αναλάβουμε το ζυγό του Χριστού με πραότητα, ταπεινοφροσύνη και αξιοπιστία δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι "πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι" της σημερινής πολύπλοκης κοινωνίας θα βρουν ανάπαυση μέσα στην ενορία (Ματθαίος 11, 27-30). Ακόμη περισσότερο εάν δεν εκφράσουμε την καθολικότητα της Εκκλησίας με τον τρόπο που συσχετιζόμαστε με τους άλλους με την αποδοχή, την ειλικρίνεια, τη συμφιλίωση και την αξιοποίηση των χαρισμάτων που ο Θεός έχει δώσει σε κάθε πρόσωπο, θα αποτύχουμε να βοηθήσουμε τον σύγχρονο άνθρωπο να επανανακαλύψει εκείνο που έχει χάσει την προσωπική του αξία σαν εικόνα του Θεού. Θα αποτύχουμε επίσης στο να διδάξουμε στο σύγχρονο άνθρωπο αυτό που έχει ξεχάσει: πώς να επικοινωνεί με τον Θεό και τον συνάνθρωπό του.
Τελευταία, κλήρος και λαός πρέπει να αναγνωρίσουν ότι η υπόσχεσή μας στον Χριστό και το Σώμα Του, τον Ιησού και στους συγκεκριμένους ανθρώπους που αποτελούν μια συγκεκριμένη Χριστιανική κοινότητα, είναι μια συνθήκη ζωής που πρέπει να υπομείνει πολλές δυσκολίες και δυσχέρειες (Πράξεις 14. 22).
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου