Πέμπτη, Οκτωβρίου 23, 2014

Σαλός (δια Χριστόν), φωτεινός (εκ Χριστού) και ελεύθερος (δούλος Χριστού)

Πηγή:gerontesmas.com
(Το πρώτο μέρος της αναφοράς μας στον π. Σεραφείμ Δημόπουλο, διαβάστε το, πατώντας τον τίτλο " Τον πατέρα Σεραφείμ τον ξέρεις; " )

Ο Γέροντας είχε χάσει τα δόντια του και με δυσκολία μασούσε την τροφή. Συνήθως έτρωγε ένα κομμάτι ψωμί με τσάι ή καφέ και ταχίνι, το οποίο συνιστούσε να τρώνε και τα πνευματικά του τέκνα. 
Αγόραζε ζυμαρικά, λαχανικά και φρούτα. Σπάνια μαγείρευε λάχανα, όσπρια ή ζυμαρικά, όχι για να νοστιμίσουν, αλλά για να μαλακώσουν, να μπορεί να τα μασά. Κάποιοι του έφερναν καλομαγειρεμένο φαγητό, αυτός όμως το έδινε στα σκυλιά. Άλλοι έφερναν φρούτα, αλλά ο Γέροντας τα άφηνε έξω από το κελλί και σάπιζαν. Έτσι ο κόσμος σταμάτησε να του φέρνει τρόφιμα. 
«Μη μου φέρνετε τίποτα, σας παρακαλώ γιατί κάνω μόνος μου το κουμάντο μου», έλεγε. Πολλές φορές έμενε για μέρες νηστικός. Κάποιος του πήγε ένα πρόσφορο και ο Γέροντας το δέχθηκε λέγοντας: «Δόξα τω Θεώ, έχω μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου».
Κρασί δεν έπινε ποτέ. Ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος του είχε στείλει δυο μπουκάλια εξαιρετικό κρασί αλλά ο Γέροντας τα πέταξε. 
Έκανε μεγάλη εγκράτεια και στο νερό. Είχε ένα μικρό ψυγειάκι που δεν λειτουργούσε και πάνω σε δύο ψαροκασέλες ένα πετρογκάζ. Βέβαια ελάχιστα άτομα είχαν την ευκαιρία να δουν όλο το εσωτερικό του σπιτιού.
 Κάποτε ο Γέροντας πέρασε τον εξής πειρασμό: Σε κοντινή απόσταση από το σπίτι του, άνοιξε ένα μεγάλο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης. Μέχρι το πρωί μαζεύονταν πολλά αυτοκίνητα, κόσμος, φασαρία και η μουσική στην διαπασών. Τα βράδια ο Γέροντας δεν μπορούσε να προσευχηθεί αλλά ούτε και να ξεκουραστεί. Αναγκαστικά κλείνονταν μέσα σε ένα δωμάτιο και κάποια στιγμή ξεκουραζόταν κάνα δυο ώρες πάνω σε ένα στενό πάγκο. Έλεγε: «Δεν μπορώ να κοιμηθώ με αυτούς εδώ αλλά δεν θα κρατήσει πολύ αυτό. Σύντομα θα κλείσουν».
Πράγματι μέσα σε λίγο χρόνο το κέντρο αυτό σταμάτησε να λειτουργεί. Δική του ενορία δεν είχε και λειτουργούσε σε απομακρυσμένα κυρίως χωριά που δεν είχαν ιερέα και όπου αλλού τον έστελνε η Μητρόπολη. 
Δεν είχε αυτοκίνητο και τις περισσότερες μετακινήσεις τις έκανε πεζός.
Διένυε μεγάλες αποστάσεις με τα πόδια. Ξεκινούσε μέσα στη νύχτα και τα χαράματα έφτανε στην Εκκλησία του χωριού. Πολλές φορές με βροχή, χιόνι και κρύο έφτανε λασπωμένος, βρεγμένος και παγωμένος. 
Κάποτε εκμυστηρεύτηκε σε πνευματικό του παιδί ότι ξεκίνησε Σάββατο νύχτα με τα πόδια από το κελλάκι του και πήγε στην Κρανιά Ολύμπου. Ξεκουράστηκε λίγο στο δάσος κατά τη νύχτα και την Κυριακή πρωί λειτούργησε. Επέστρεψε πάλι με τα πόδια στην Λάρισα.
Ας σημειωθεί ότι τότε ήταν 69-70 χρόνων και η απόσταση αυτή γύρω στα 70 χλμ. να πάη και άλλα τόσα για να επιστρέψη. 
Κάποτε ένας οδηγός αυτοκινήτου δεν τον πρόσεξε μέσα στη νύχτα καθώς περπατούσε στην άκρη του δρόμου και τον χτύπησε, αλλά τον φύλαξε ο Θεός και δεν έπαθε τίποτα.
Περπατούσε χωρίς να περιεργάζεται τους ανθρώπους γύρω του. Τις γυναίκες που πήγαιναν για εξομολόγηση, τις μιλούσε χωρίς να τις κοιτάζη στο πρόσωπο. Τους άνδρες όταν τους κοίταζε η ματιά του διαπερνούσε την ψυχή τους. Κάποια μέρα τον επισκέφτηκε πνευματικό του τέκνο. Τον βρήκε να έχη τα πόδια του σε ένα κουβά με νερό και ιώδιο γιατί ήταν γεμάτα πληγές λόγω των οδοιποριών που έκανε. Οι γάμπες του θύμιζαν γάμπες αθλητή. Δεν είπε ποτέ ότι είναι άρρωστος, αν και εταλαιπωρείτο από ασθένειες, αλλά απέφευγε να παίρνη φάρμακα.
Ο Γέροντας υπέφερε από ειλεό, δηλαδή από οξεία εντερική απόφραξη που συνοδεύεται με δυνατό πόνο σαν κωλικός, μετεωρισμούς, εμετούς κ.ά. και τότε ακολουθούσε φαρμακευτική αγωγή. Κάποτε καθόταν στον προθάλαμο του κελλιού του. Ήταν χειμώνας και έκανε παγωνιά. Το σπίτι του Γέροντα ήταν χωρίς θέρμανση και αυτός άρρωστος, με γρίππη και εξαντλημένος. Εξομολόγησε τον επισκέπτη του και αρνήθηκε κάθε βοήθεια.
Άλλη φορά τον βρήκε πνευματικό του τέκνο στην αυλή του σπιτιού του ξαπλωμένο και κουλουριασμένον από τον πόνο. Προσφέρθηκε να τον μεταφέρη στο Νοσοκομείο, εκείνος όμως αρνήθηκε. Την άλλη μέρα που τον επισκέφθηκε τον βρήκε πάλι στο ίδιο μέρος να πονά, και πάλι αρνήθηκε ιατρική βοήθεια. Αρρώστησε κάποτε σοβαρά και έμεινε κλινήρης για ένα μήνα. Δεν μπορούσε να φάη, ούτε να μιλήση. Τα πνευματικά του τέκνα και αρκετοί Αλβανοί, που είχε βαπτίσει, ήθελαν να τον πάνε στο νοσοκομείο αλλά αρνήθηκε. Τους έκανε νόημα να προσεύχονται γι’ αυτόν.
Οι αλλοδαποί που βάπτισε έκλαιγαν δείχνοντας την αγάπη τους και την ευγνωμοσύνη τους για τον ευεργέτη τους, που τους έθρεψε μαζί με τις οικογένειες τους. 
Μιλώντας για τους ολοένα αυξανόμενους καύσωνες έλεγε: «Τον χειμώνα με το κρύο παίρνω κι άλλη μία κουβέρτα κι είμαι εντάξει. Το καλοκαίρι όμως με τον καύσωνα που να πάω;». Δεν είχε τουαλέτα στο σπιτάκι του αλλά ούτε και τηλέφωνο. Κάποιες μέρες συνήθιζε να κλείνεται μέσα στο κελλί του και δεν άνοιγε σε κανέναν. Με αυστηρή νηστεία και προσευχή αγωνίζετο να γνωρίση και να πλησιάση περισσότερο τον Θεό, που από μικρός αγάπησε και ακολούθησε. Είχε αδιάλειπτη προσευχή. «Μέσα μου η ευχή δουλεύει σαν το καλοριφέρ συνεχώς», έλεγε. Τα ρούχα του ήταν παλιά, βρώμικα μεν αλλά ποτέ δεν μύριζαν άσχημα. Είχε μόλις μία καλή φορεσιά.
Ένα βράδυ φορούσε ένα πλεκτό γεμάτο τρύπες από τα ποντίκια. Ο Γέροντας μιλούσε ελάχιστα και συχνά εγκωμίαζε στην αρετή της σιωπής. Καλλιεργούσε πολύ την σιωπή, την θεωρούσε, όπως συχνά έλεγε, ανώτερη από την προσευχή. Όταν μιλούσε, μιλούσε αργά και καθαρά. Ο λόγος του ήταν απλός και κατανοητός, αλλά πλούσιος σε εικόνες και χαριτωμένες εκφράσεις. Του άρεσε το χιούμορ και έλεγε να χαμογελάμε! Λέγοντας λίγα, έλεγε πολλά. Τον απολάμβανες και δεν κουραζόσουν να τον ακούς. Ήταν γλυκομίλητος και ευγενής στους τρόπους του. Εσέβετο όλους τους ανθρώπους και είχε ένα καλό λόγο να πή για τον καθένα. Γαλήνιος και πράος καθώς ήταν, ειρήνευε και ανάπαυε κάθε άνθρωπο που τον πλησίαζε. Μόλις τον πλησίαζες, κάτι συνέβαινε μέσα σου και αποκτούσες μία χαροποιό κατάσταση.
Οι κινήσεις του απέπνεαν θεία χάρη. Ήταν η ζωντανή επιβεβαίωση και παρουσία του “Γεροντικού”. Πάνω από την κεντρική είσοδο είχε κρεμάσει μία εικόνα του αγίου Παντελεήμονος, τον οποίο ευλαβείτο ιδιαίτερα. Για την Παναγία βέβαια έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη. Όταν κάποτε του πήγαν μία εικόνα της Παναγίας, την ασπάστηκε με πόθο πολλές φορές. Άλλοτε πήγε να λειτουργήση σε ένα απομακρυσμένο χωριό. Μόλις εισήλθε στο ναό, πήγε κατευθείαν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας όπου προσευχήθηκε όρθιος για μερικά λεπτά και έπειτα μπήκε στο Ιερό.
Ανέφερε ο Γέροντας ότι κάποτε εταλαιπωρείτο από φοβερούς λογισμούς. Τηλεφώνησε τότε στον Ωρωπό στον π. Πορφύριο, ο οποίος δεν απαντούσε παρά την επιμονή του. Έκανε τότε προσευχή και αμέσως απάντησε ο π. Πορφύριος στο τηλέφωνο και άρχισε να του ομιλή, αναλύοντας το πρόβλημα των λογισμών που απασχολούσε τον π. Σεραφείμ. Τότε, όπως ο ίδιος έλεγε, αίσθάνθηκε την χάρι του Θεού να τον επισκέπτεται. Από το κεφάλι κατέβηκε μέχρι τα πόδια και αμέσως απαλλάχθηκε από τους λογισμούς. «Έχει μεγάλη χάρη ο π. Πορφύριος», τόνιζε ο π. Σεραφείμ. 
Επίσης ανέφερε ότι θεραπεύθηκαν τουλάχιστον πέντε καρκινοπαθείς στην Λάρισα με την προσευχή του π. Πορφυρίου, στον οποίο είχε απευθυνθή με επιστολές. Ο Ζαχαρίου Ευστάθιος, Αστυνομικός από την Λάρισα, αναφέρει: «Από την επαφή που είχα με τον μακαριστό γέροντα Σεραφείμ περίπου μία δεκαετία, διεπίστωσα πως ο Γέροντας ήταν άνδρας μεγάλης αρετής και αυστηρής ασκήσεως.
Εξωτερικά δεν σου έκαμε εντύπωση. Ήταν απεριποίητος, αχτένιστος, άπλυτος και ο χώρος που ζούσε ήταν ασκούπιστος και ακατάστατος. Όταν όμως κανείς τον γνώριζε και παρέβλεπε αυτά, και τις σαλότητες που συχνά εκανε, τότε διεπίστωνε πως μπροστά του είχε έναν άνθρωπο πλήρη Πνεύματος Αγίου. 
Ο Γέροντας ήταν αυστηρός με τον εαυτό του. Ταλαιπωρούσε τον εαυτό του νηστεύοντας, κοιμόταν σ’ όλη του την ζωή ελάχιστα και όχι σε κρεββάτι, μαγείρευε σπάνια και πολύ απλά. »
π. Σεραφείμ Δημόπουλος 2Καθόταν το καλοκαίρι ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο της Λάρισας, και περπατούσε πολύ. Και μόνο προς το τέλος της ζωής του άφησε κάποιους να τον μεταφέρουν ενώ ο ίδιος χρησιμοποιούσε λεωφορείο. Η μεγαλύτερή του αρετή ήταν να κρύβεται. Άλλωστε και ο μακαριστός γέροντας Παΐσιος τον ονόμασε “κρυμμένο λαγό”». Απέφευγε να συζητά προσωπικά του θέματα, και ιδιαίτερα για τον πνευματικό του αγώνα. Έλεγε λίγα για να βοηθήση τα πνευματικά του παιδιά στους πειρασμούς που αντιμετώπιζαν. Εάν η συζήτηση εστρέφετο σε κάτι προσωπικό του τότε έδειχνε να θυμώνη. Εσηκώνετο όρθιος και έλεγε «Άντε να το διαλύσουμε…».
Άλλοτε συμβούλευε: «Τον πνευματικό σου αγώνα να μην τον συζητάς ποτέ με τρίτον. Ποτέ». 
Κάποτε ρωτήθηκε για τις δαιμονικές του εμπειρίες και απάντησε: «Αυτός είναι ο θησαυρός μου. Δεν πρέπει να κλαπή».

Ιεραπόστολος και Πτωχοτρόφος
Το έτος 1965 χειροτονήθηκε διάκονος και το επόμενο έτος πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Κισσάμου και Σελίνου Ειρηναίο. Στην μοναχική του κουρά έλαβε το όνομα Σεραφείμ προς τιμήν του οσίου Σεραφείμ του Δομπού, και του οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ. Ο πόθος του για να κηρύξη το Ευαγγέλιο τον ωδήγησε μέχρι την Γερμανία κοντά στον Επίσκοπο που τον χειροτόνησε και μετετέθηκε στην Μητρόπολη Γερμανίας. Ο π. Σεραφείμ εργάσθηκε με ζήλο και βοήθησε τους ομογενείς Έλληνες.
Το έτος 1978 μετέβη στην Αφρική, μεταφέροντας το μήνυμα της αγάπης του Ευαγγελίου στους μαύρους αδελφούς μας.
Όταν μετά την Αφρική τοποθετήθηκε ως εφημέριος στον Παλαμά Καρδίτσης, εκανε οικοτροφείο για φτωχά παιδιά.
Όταν ήρθε στην Λάρισα, δεν έπαυσε να ενδιαφέρεται και να επικοινωνή με γνωστούς του ιεραποστόλους, ρωτώντας για τις ανάγκες τους και στέλνοντας συχνά βοήθεια σε τρόφιμα, εκκλησιαστικά είδη και φάρμακα.Όπως η σκιά ακολουθεί τον άνθρωπο, έτσι και στον π. Σεραφείμ -εκτός των άλλων- ήταν αναπόσπαστο το έλεος για τους φτωχούς και η ιεραποστολική διάθεση.
Ανέπτυξε επίσης μεγάλη δράση, βοηθώντας, κατηχώντας και βαπτίζοντας πάνω από χίλιους μετανάστες και κάποιους που ήταν φυλακισμένοι στις φυλακές Λαρίσης.
Τον συγκινούσε η φτώχεια των ανθρώπων και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να βοήθα.
Όταν είχε πρωτοέρθει στην Λάρισα (1969), νοίκιασε ένα διαμέρισμα κοντά στο ναό του Αγίου Αθανασίου. Αυτός έμενε στον πρώτο όροφο και ο ιδιοκτήτης στο ισόγειο. Το διαμέρισμα ήταν μεγάλο, γιατί το προόριζε για Οικοτροφείο.
Ένα μεγάλο δωμάτιο το είχε μετατρέψει σε κοτέτσι. Το είχε αυτό σαν διακόνημα. Αυγά και κρέας τα έδινε σε φτωχούς. 
Τότε είχε πει σε ένα πνευματικό του παιδί: «Εχτές ήθελε να γεννήση η γάτα μου, την λυπήθηκα και την έβαλα στην ντουλάπα μου και γέννησε». (Δηλ. πάνω στα ρούχα του). 
Serafeimdemopoulos2Μετεκόμισε όμως αργότερα στην περιοχή «έξι δρόμοι», όπου έμεινε για 2-3 χρόνια. Ξεκίνησε τότε και έχτισε Οικοτροφείο στην συνοικία «Πέτρου και Παύλου», αλλά αργότερα το δώρισε στην Πρόνοια. Στην Λάρισα με τον Σύλλογο «Ιωάννης Χρυσόστομος» που ίδρυσε, επιτελούσε μεγάλο και αθόρυβο φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο. Έκανε και άλλο οικοτροφείο, όπου έμεναν παιδιά φτωχών οικογενειών. Μαζί με την υλική τροφή και στέγη είχαν και τον πνευματικό τροφοδότη τον π. Σεραφείμ. Ίδρυσε Βρεφονηπιακό και Παιδικό Σταθμό που τον ονόμασε «Τα χελιδονάκια», για παιδιά αλλοδαπών κυρίως. Για αρκετά χρόνια εξέδιδε ένα μηνιαίο περιοδικό, την «Χριστιανική μαρτυρία», ενώ παράλληλα συνέγραψε συνολικά 48 πνευματικά βιβλία. Επί πέντε χρόνια εργάστηκε για την συλλογή στοιχείων για το βιβλίο «Ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ». (Α’ έκδοση:Χανιά 1967), σε μία εποχή που δεν υπήρχαν γνωστά στοιχεία για τον βίο του Αγίου.
 Τα περισσότερα βιβλία τα μοίραζε δωρεάν, αλλά και αυτά που πουλούσαν τα πνευματικά του παιδιά στις εισόδους των ναών ήταν πολύ φθηνά, δηλαδή σχεδόν σε τιμή κόστους. Αν υπήρχε μικρό κέρδος το διέθετε για φιλανθρωπίες. Δίπλα από το σπίτι του είχε μία αποθήκη, που την είχε μετατρέψει σε βιβλιοθήκη με ψυχωφέλιμα βιβλία. Έτσι οι επισκέπτες δεν έφευγαν με άδεια χέρια.
Επισκέπτετο τακτικά τους φυλακισμένους και τους μοίραζε διάφορα αναγκαία και τρόφιμα. Κάποτε προκάλεσε την έκπληξη και ίσως σκανδάλισε περαστικούς που τον είδαν να έχη στην πλάτη του ενα τσουβάλι γεμάτο με πακέτα από τσιγάρα. 
Ο Γέροντας φυσικά δεν κάπνιζε αλλά τα πήγαινε στους κρατουμένους των φυλακών που τα ζήτησαν. Ήθελε να κερδίση την εμπιστοσύνη τους για να τους γνωρίση τον Χριστό. Εκτός από τα υλικά αγαθά, τους κήρυττε τον λόγο του Θεού, τους εξομολογούσε και έκανε θ. Λειτουργίες στο ναό του σωφρονιστικού καταστήματος για να κοινωνούν. 
Κάποτε, φημισμένος για την δράση του κρατούμενος έχυσε επάνω του μία κανάτα καυτό νερό αλλά ο Γέροντας το δέχτηκε σιωπηλός.
Πολλές φορές έστελνε χρήματα σε οικογένειες που είχαν ανάγκη, με τρόπο κρυφό και αθόρυβο.
Κάποιος έδωσε στον Γέροντα μία συνδρομή 100 ευρώ για την Ιεραποστολή στην Αφρική. Ο Γέροντας είπε: «Είναι πολλοί που δίνουν χρήματα σε εξωτερική Ιεραποστολή και ο πλησίον τους πεινάει. Να, χαρακτηριστικά στον Αμπελώνα μία, δύο… πέντε οικογένειες πεινάνε.
—Γέροντα, του λέω, ποιές είναι αυτές;
—Άμα ψάξης θα βρεις, του είπε.
Έστειλε γνωστό του μαραγκό να πάρη μέτρα να κάνη επτά κιβώτια ενισχυμένα, για να στείλουν ισάριθμες καμπάνες στην Ζιμπάμπουε στην Αφρική. Στο Οικοτροφείο συγκέντρωνε πολλά κιβώτια με τρόφιμα, όσπρια, ζυμαρικά, ρούχα, τσουβάλια με αλεύρι και άλλα πράγματα τα οποία προωρίζοντο και αυτά για την Ιεραποστολή.
Εφοδίαζε με ιερά σκεύη Εκκλησίες της Βορείου Ηπείρου και ό,τι άλλο ήταν απαραίτητο για την λατρεία.

Δια Χριστόν σαλός
Περιστασιακά έκανε σαλότητες πιθανόν για να αναχαίτιση το κύμα των ανθρώπων που καθημερινά αυξανόταν ή για να περιφρονηθή από τους ανθρώπους και να αποφεύγη τους επαίνους. Απέφευγε με κάθε τρόπο την δημοσιότητα και την προβολή. Εχαίρετο με την περιφρόνηση και τον χλευασμό.
Πέρα από την γενική εξωτερική του εικόνα -αναμαλλιασμένος και με λυμένα τα κορδόνια των παπουτσιών-, η συνηθέστερη σαλότητά του ήταν να υψώνη την παλάμη του ή ένα σπιρτόκουτο ανάμεσα από αυτόν και τον συνομιλητή του κάνοντας πως προσπαθεί να κρύψη το πρόσωπό του.
Απέφευγε να κοιτάζη τους ανθρώπους στο πρόσωπο και ιδιαίτερα γυναίκες. Μπορεί να τις εξομολογούσε χωρίς, ούτε για μία στιγμή, να τις κοιτάξη. Ίσως για να έχη καθαρότητα νοός, όμως ο κόσμος το εκλάμβανε ως παραξενιά (ιδιοτροπία).
Κάποτε, αν και το απέφευγε, αναγκάστηκε να παρευρεθή σε τράπεζα, που παρέθεσε η Μητροπόλη με άλλους ιερείς και, όπως ήταν ατημέλητος, τράβηξε τα βλέμματα των υπολοίπων. Ύψωσε τότε ενα κουτάλι και άρχισε να καθρεφτίζεται στην πίσω πλευρά του. Έκανε πως δήθεν καλλωπίζεται (διόρθωνε τα μαλλιά… κ.ά.), κάνοντας διάφορους μορφασμούς μιας υποκριτικής κενοδοξίας.
Κάποιος που τον επαινούσε σε τρίτους τον επισκέφτηκε ημέρα Παρασκευή και ο Γέροντας βγήκε να τον υποδεχτή τρώγοντας τυρί. Ενώ σε κάποιον άλλο έβγαλε ενα πακέτο χαρτονομίσματα και έκανε πως τα μετρούσε ξανά και ξανά με προσποιητό ενδιαφέρον.
Κάποτε ζήτησε από τσιγγούνη ιερέα να του πληρώση το εισιτήριο του λεωφορείου για να επιστρέψη στην Λάρισα. Ο ιερέας δυσαρεστημένος αγόρασε και του έδωσε το εισιτήριο. Όταν ξεκίνησε το λεωφορείο, ο Γέροντας του είπε: «Μπά!… καλύτερα να πάω με τα πόδια», και έφυγε πεζός, αφήνοντας πίσω εκνευρισμένο τον ιερέα.
Ως Αρχιμανδρίτης φορούσε έναν πολύ απλό σιδερένιο σταυρό και οι υπόλοιποι ιερείς περιπαικτικά του λέγανε: «Από ποιό σιδηρουργείο τον αγόρασες;».
Με λυμένα τα κορδόνια και με μία τρύπια τσάντα από τα ποντίκια, κατέβαινε στην πόλη και τραβούσε την προσοχή των περαστικών. «Γέροντα, θα σας πέσουν τα κλειδιά και τα πράγματα που έχετε στην τσάντα από τις πολλές τρύπες», του λέγανε, αλλά εκείνος αδιαφορούσε. Τον έβλεπαν να κάθεται στο δάπεδο του οικοτροφείου να συγγράφει και άλλες φορές να ξαπλώνει στο δάπεδο του Ναού για να ξεκουραστεί.
Κάποτε ο οδηγός που τον μετέφερε σταμάτησε γιατί χρειάσθηκε να πάρη κάτι από το περίπτερο. Όταν γύρισε, βρήκε τον Γέροντα να έχη ανοιχτή την πόρτα του αυτοκινήτου και τα πόδια του τα είχε απλωμένα στο ταμπλό του αυτοκινήτου. Ο κόσμος περνούσε από το πεζοδρόμιο και τον έβλεπε με απορία.
Με όλα αυτά κάποιοι δυσφορούσαν -ιδιαίτερα κάποιοι ιερείς που πίστευαν ότι τους “χαλάει” την εικόνα προς τα έξω, στον κόσμο-, ενώ κάποιοι άλλοι τον θεωρούσαν πλανεμένο ή σαλεμένο. Ωστόσο οι περισσότεροι ένιωθαν την καθαρότητα της ψυχής του και τον ευλαβούντο.
Έκρυβε επιμελώς το παρελθόν του, τα καλά του έργα, την άσκησή του και τις αρετές του. Αν έβλεπε πως κάποιος τον ευλαβείτο πολύ και τον διαφήμιζε στους άλλους αδιάκριτα, τον απομάκρυνε από κοντά του.
Ποτέ δεν άφηνε να του φιλούν το χέρι του. Το τραβούσε με τέτοιο τρόπο που δεν προλάβαινες να το ασπαστής. Όταν του ζητούσε κάποιος λαϊκός την ευχή του, ο π. Σεραφείμ, απαντούσε «την δική σου».
Έκανε παρατήρηση σε ένα ιερέα που εξομολογούσε. Εκείνος την δέχθηκε ταπεινά λέγοντας: «Τι περιμένεις, Γέροντα, από έναν ανεπρόκοπο, σαν κι εμένα; Εγώ είμαι ψόφιο σκυλί». Αμέσως ο Γέροντας έπεσε στο έδαφος μέσα στον κουρνιαχτό και ελεγε: «Εγώ είμαι ψόφιο σκυλί» και χτυπιόταν στο χώμα από ταπείνωση.

Η τελευταία θεία λειτουργία και το μακάριο τέλος του
Ἦταν Τετάρτη βράδυ τοῦ Μ. Κανόνος, 9 Ἀπριλίου 2008, στόν ἀγαπημένο του ναό, τήν Ἁγία Τριάδα, δίπλα στό Ἐπισκοπεῖο, ὅπου συνήθιζε νά τελεῖ τίς Προηγιασμένες. 
Μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Μ. Κανόνος ξεκίνησε ἡ προηγιασμένη θ. Λειτουργία χωρίς φωταψίες καί σέ κατανυκτική ἀτμόσφαιρα. «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία…». Τά εἰρηνικά· ἐκφωνήσεις καθαρές, ἤρεμες, ἀνεπιτήδευτες, ὅπως πάντα. «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου …». Βγαίνει καί θυμιᾶ τό λαό.
Εἶναι ἡ τελευταία του φορά. Ἀποχαιρετᾶ τό ἐκκλησίασμα καί τά πνευματικά του παιδιά πού -κατά θαυμαστή συγκυρία- κατέκλυσαν τό ναό. 
«Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι»· κρατᾶ τή λαμπάδα καί διά τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ εὐλογεῖ τούς πιστούς. 
«Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν…», ἐξέρχεται τοῦ ἱεροῦ σιωπηλός κρατῶντας τά προηγιασμένα τίμια δῶρα. Ὅλο τό ἐκκλησίασμα γονατιστό. Ἀκούγεται μόνον ὁ ἦχος τοῦ θυμιατοῦ. Κοινωνικό· βγαίνει στό σολέα γιά τό τελευταῖο του κήρυγμα. Αὐτή τή φορά εἶναι ἀφιερωμένο στό παλικάρι τῆς Δημητσάνας, τόν ἐθνομάρτυρα ἅγιο Γρηγόριο τόν Ε΄, τόν παρεξηγημένο καί συκοφαντημένο νεομάρτυρα τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους, πού τιμᾶται τήν ἑπομένη. 
Μετά τήν ἀπόλυση καί ὅσο διαρκεῖ ἡ διανομή τοῦ ἀντίδωρου κρατάει μέ τά δυό του χέρια τό σταυρό καί προσέρχονται οἱ πιστοί ἕνας- ἕνας γιά νά τόν προσκυνήσουν καί νά ἀσπαστοῦν ἐλεύθερα καί τό χέρι του, μιά καί αὐτή τή στιγμή δέν μπορεῖ νά τό κρύψει.
Ἀπό τήν Τρίτη 15 Ἀπριλίου ἔπαψε νά δέχεται ἐπισκέψεις. Δέν ἄνοιγε σέ κανέναν. Οὔτε καί στούς στενούς συνεργάτες του πού τόν ἐπισκέφθηκαν προκειμένου νά τόν ἐνημερώσουν γιά τήν ἀποστολή βοήθειας πρός τήν Κορυτσά. 
Εἶχε πάρει τό δρόμο του γιά τόν οὐρανό. 
Τήν Πέμπτη 17 Ἀπριλίου, αἰσθανόμενος ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα νά φύγει, κατέβηκε τό πρωΐ, ξεκλείδωσε τήν θύρα τοῦ κελιοῦ καί τήν αὐλόπορτα καί ἐπιστρέφοντας ἄφησε τήν τελευταία του πνοή στό κεφαλόσκαλο τῆς εἰσόδου. 
Ἡ κηδεία του ἔγινε τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου στόν ἱερό μητροπολιτικό ναό τοῦ Ἁγίου Ἀχιλλίου, χοροστατοῦντος τοῦ σεβ. Μητροπολίτου Λαρίσης καί Τυρνάβου κ. Ἰγνατίου καί μέ τήν παρουσία ὅλων σχεδόν τῶν κληρικῶν τῆς Μητροπόλεως καί χιλιάδων λαοῦ, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε ἐκτεθεῖ τό σκήνωμά του σέ λαϊκό προσκύνημα. 
Εἴθε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός διά τῶν πρεσβειῶν τῆς ὑπερευλογημένης Μητέρας Του, νά τόν κατατάξει μεταξύ τῶν ἁγίων Του καί νά ἀναδείξει ἀξίους συνεχιστές, μιμητές καί διαδόχους στό ἔργο του.
Νά ἔχουμε τήν εὐχή του.

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ
            " Νά προσεύχεσθε ἀδιάκοπα.
Νά εὐχαριστεῖτε τό Θεό γιά τά πάντα.
Νά εἶσθε χαρούμενοι.
Μήν ἀφήνετε νά κυριευθεῖτε
ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἀπογοητεύσεως.
Σᾶς ἐμπιστεύομαι στό Θεό καί στήν Ὑπεραγία Μητέρα Του. 
Μή φοβάστε τίποτε...."

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από την "Πεμπτουσία", το http://arnion.gr/ και το βιβλίο "Ασκητές μέσα στον κόσμο", τόμος Β΄, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος».
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου